Thursday, October 26, 2017

Κράτος Δικαίου ή Χίμαιρα


Share/Bookmark
Πριν δυο αιώνες τα σύγχρονα Έθνη έκαναν μια μεγάλη ανακάλυψη: το κράτος Δικαίου. Όχι ένα δίκαιο κράτος αλλά έναν μηχανισμό που έχει μόνο σκοπό να εφαρμόζει τον νόμο. Όποιος κι αν είναι. Από το μικρότερο ως το μεγαλύτερο ζήτημα: από το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, το παράνομο παρκάρισμα, ως τους εκβιασμούς, το λαθρεμπόριο, την κατάχρηση εξουσίας, τη διαφθορά, τη φοροδιαφυγή, τις μικροκλοπές, τις μεγαλοκλοπές, τις απειλές, τον ρατσισμό, τη βία, τα φακελάκια, τις μίζες, την κατάχρηση εξουσίας, τις απαγορεύσεις, τον κοκ...

Το ιδιαίτερο γνώρισμα αυτής της επινόηση
ς ήταν ότι το κράτος δικαίου έλαβε δυο εντολές και μια απαγόρευση: πρώτη να είναι καθολικό, να ισχύουν οι νόμοι σε κάθε περίπτωση, μικρή ή μεγάλη, δεύτερη να είναι τυφλό, να μη διακρίνει σε ποιόν. Και του απαγορεύτηκε να αδρανεί. Μπορεί να μην κατορθώνει να επιτύχει την επιβολή του νόμου 100%, πολλές φορές γιατί οι νόμοι είναι υπερβολικά αυστηροί, άλλες γιατί οι παρανομούντες είναι καλύτερα οργανωμένοι. Όμως του απαγορεύτηκε δια ροπάλου να μην προσπαθεί. Να απέχει από το καθήκον του. Η αδράνεια του κράτους δικαίου μπροστά σε μια παρανομία είναι το υψηλότερο αδίκημα. Διότι αυτοκαταργεί τον νόμο. Κάθε νόμο. 

Οι Έλληνες δεν κοινώνησαν ποτέ αυτή την ανακάλυψη. Επιχειρήθηκε να τους επιβληθεί από τον Καποδίστρια και γι' αυτό τον εξόντωσαν. Έκτοτε ζούν σε μια επίφαση κράτους Δικαίου. Κατόρθωσαν να δημιουργήσουν έναν μηχανισμό κουτσακό. Που επεμβαίνει κατά περίπτωση, όπου φτάνει, όπου το αφήνουν κι όπου δεν βαριέται. Ακόμη κι οι δικτατορίες τους φέουδα ήταν περισσότερο, παρά υφαρπαγή ενός κρατικού μηχανισμού απο σφετεριστές.

Επιβίωσαν με αυτό το κράτος α λα καρτ, δυο αιώνες. Το θεωρούν πλέον κανονικότητα, φυσική τάξη.

Από αυτή την άποψη οι λογής μαφίες, μηχανισμοί αυτοδικίας και απειλών για την επιβολή του νόμου (ή της παρανομίας) , οι κάθε λογής χρυσαυγές, ρουβίκωνες, δεκαεφτά νοέμβρηδες και άλλες ημερομηνίες, κάθε λογής εκδικητές, υπερασπιστές και προστάτες, οι ρομπέν και οι σερίφηδες, οι βεντέτες και οι συμμορίες, είναι προϊόντα της κρατικής παρανομίας. Αναπόφευκτα και αναγκαία μορφώματα κοινωνικής εξισορρόπησης του φαντασιακού ενός ελλειμματικού έθνους. Κρατούν μια ψυχολογική ισορροπία (όχι πραγματική), όταν η πίστη ότι υπάρχει νόμος καθολικής εφαρμογής έχει εκλείψει. Όλοι παίζουν τους δίκαιους κι όλοι τους εγκληματίες, αυτό ισορροπεί κάπου κι επιβιώνουμε.

Η Ελλάς είναι μια μοναδική περίπτωση, μια ζώσα χίμαιρα που συνενώνει αναπάντεχα και ρεαλιστικά το όνειρο κάθε λιμπερτάριαν ταυτόχρονα με το όνειρο κάθε κομμουνιστή! Μια κοινωνία χωρίς νόμο και κράτος, όπου ταυτόχρονα όλα είναι κράτος και καθετί και καθένας είναι ο νόμος και το κράτος μόνος ή με τους οικείους και τους ομοϊδεάτες του.

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος



Monday, October 23, 2017

Κατσαρίδες


Share/Bookmark
Υπάρχει μια χρήσιμη κατηγορία ανθρώπων που με αηδιάζει. Είναι εκείνοι που όταν τα πράγματα βρίσκονται σε σταυροδρόμι και πρέπει να διαλέξεις πλευρά, ακόμη κι αν πρέπει να πνίξεις την απώθηση για ορισμένους της πλευράς που διαλέγεις, γιατί το διακύβευμα είναι μεγάλο, παίρνουν μια απόσταση δήθεν και αφ' υψηλού και αυτοπροτείνονται ως διαμεσολαβητές. Όλοι εκείνοι που, όταν η Ελλάδα βρίσκονταν στο σταυροδρόμι να βγει από την Ευρώπη, έλεγαν ότι το φταίξιμο είναι της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ (που είναι αλήθεια) και γι' αυτό εκείνοι δεν μπορούν να βρεθούν μαζί τους, και με όποιον άλλον στην ίδια πλευρά, ή κρύβονταν στο λαγούμι τους, οι "ισαποστάκηδες" - λες και η ιστορία γράφεται από κάποιον άλλο. Εκείνοι που έλεγαν πως "δεν υπάρχει περίπτωση, το βλέπουμε το πράγμα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μας αφήσουν οι Ευρωπαίοι να καταστραφούμε, θα μας το επιβάλουν, θα την κάνει την κωλοτούμπα", κι αυτοανακηρύσσονταν διαμεσολαβητές υπέρ της συμφιλίωσης, με τα χέρια καθαρά γιατί τους "εμποδίζουν οι αρχές τους", κατά της πόλωσης (όταν δεν έγλειφαν τη νέα εξουσία). Μόνο που αν δεν υπήρχε το 40% που σήκωσε σημαίες, στον δρόμο και στον χώρο του ο καθείς, και ανάμεσά τους όλοι όσοι σιχαινόμαστε τις σημαίες, κάθε σημαία, και αρκετούς από αυτούς που τις σήκωσαν μαζί μας, τρώγοντας τα σωθικά μας, αν δεν υπήρχε αυτό το 40%, αν ήταν 10, 5, 3, κανένας δεν θα μπορούσε να το επιβάλει. 

Είναι οι ίδιοι που μετά επιστρέφουν λέγοντας "βλέπεις, εγώ στο έλεγα, έτσι θα συμβεί" για να γλείψουν τα αποφάγια. Υπάρχουν παντού, σε κάθε ιστορική στιγμή, σε κάθε δίλημμα, όχι μόνο στην Ελλάδα.


Είναι αηδιαστικοί σαν τις κατσαρίδες: τρώνε τη βρωμιά και, κατά κάποιον τρόπο, χρήσιμοι όπως αυτές, καθαρίζουν τα αποφάγια, επιβιώνουν πάντα, πιάνοντας εν συνεχεία τα πόστα για να "συμφιλιώσουν" αυτά που πέτυχαν άλλοι. 


Αναγνωρίζω τη χρησιμότητα τους αλλά δεν τους θέλω στο τραπέζι μου.



Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος


   



Wednesday, October 11, 2017

Το φύλο της Δημοκρατίας


Share/Bookmark
Η συζήτηση για το θέμα των ατόμων που εμφανίζουν "δυσφορία φύλου" έθεσε μια σειρά ερωτήματα που δεν έχουν να κάνουν με το θέμα καθαυτό. Αλλά με τη Δημοκρατία.

Είναι προφανές ότι η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού γύρω από το συγκεκριμένο πρόβλημα, που αφορά μεταξύ 0,5% και 1,5% του πληθυσμού, έχει πλήρη άγνοια.

Συγχέει τα θέματα κοινωνικής αποδοχής και ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων της σεξουαλικότητας, ομοφυλόφιλης, ετεροφυλόφιλης ή αμφιφυλόφιλης, που αφορούν το 99% του πληθυσμού, με ένα διαπιστωμένο επιστημονικά βιολογικό πρόβλημα. Συνανθρώπων μας, των οποίων ο εγκέφαλος αναπτύσσεται από πολύ νωρίς με τον τρόπο που αναπτύσσεται αυτός του αντίθετου φύλου από αυτό με το οποίο αναπτύσσεται το σώμα τους. Και για τον λόγο αυτόν αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα ταυτότητας και αποδοχής του σώματος και της εμφάνισής τους από τον εαυτό τους και από τους άλλους. Αυτό το πρόβλημα δεν το αντιμετωπίζουν οι υπόλοιποι.

Είναι επίσης προφανές ότι η αντιμετώπιση αυτού του δυισμού απαιτεί κατανόηση, αποδοχή από την κοινωνία και ιατρική / ψυχολογική στήριξη.

Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν η δημόσια συζήτηση και σύγκρουση για το θέμα που για αυτούς είναι ζήτημα ζωής και θανάτου βοηθά ή όχι τους συνανθρώπους μας που βρίσκονται σε αυτήν την κατάσταση. Όπου ο κάθε αστοιχείωτος, κομπλεξικός ή απλά άσχετος (και είναι πολλοί, άλλοι απρόσμενοι κι άλλοι όχι) αισθάνεται την ανάγκη να πετάξει την μπαρούφα του, το αστείο του, την κοτσάνα του, την ιδεοληψία του. Ή ακόμη όσοι -παρότι καταλαβαίνουν- έχουν θεμιτό πολιτικό συμφέρον να μαζέψουν ψήφους και από αυτούς που προαναφέρθηκαν και αισθάνονται αναγκασμένοι να τους προσεγγίσουν.

Είναι προφανές ότι αυτός ο καταιγισμός από ένταση, και σε αρκετές περιπτώσεις μίσος, προκαλεί μεγαλύτερο άγχος στους ανθρώπους που έχουν αυτό το πρόβλημα σήμερα.

Ταυτόχρονα όμως η Δημόσια συζήτηση, ο δημόσιος διάλογος, αναγκαστικά ευαισθητοποιεί ή αναγκάζει να ενδιαφερθούν και να μάθουν χιλιάδες καλοπροαίρετοι άνθρωποι και να κατανοήσουν το ζήτημα επιστημονικά. Είναι η πλειοψηφία; Όχι, προφανώς. Όμως μετά τη δημόσια συζήτηση σίγουρα αυτοί αυξήθηκαν (ακόμη και εάν δεν έγινε με τους καλύτερους όρους), ιδιαίτερα διότι η πολιτική έκβασή της δεν ήταν ατυχής.

Το ερώτημα που ανακύπτει για τις δημοκρατίες είναι εάν είναι σκόπιμο ή όχι να ανοίγει κανείς μια συζήτηση για ένα υπαρκτό πρόβλημα που εκ προοιμίου γνωρίζουμε ότι θα στεναχωρήσει, ίσως θα πλήξει αυτούς που σήμερα αντιμετωπίζουν ένα ευαίσθητο ζήτημα, που δεν είναι κατανοητό αυτή τη στιγμή από μια μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Με την ελπίδα ότι η δυναμική της λογικής σταδιακά, μετά το πρώτο σοκ, θα επικρατήσει. Ή να προσπαθούν οι πολιτικοί, με καλή πρόθεση ας δεχτούμε, να το αντιμετωπίσουν πίσω από κλειστές πόρτες.

Η απάντησή μου τείνει προς το πρώτο. Ο Δημόσιος διάλογος, ιδιαίτερα αν γίνεται με ισότιμους όρους, αλλά ακόμη και στην περίπτωση που αφήνει παράθυρο στον παραλογισμό , στους μικροπολιτικούς υπολογισμούς, στη φτηνή ηθικολογία ή ακόμη και στον φανατισμό, μου φαίνεται προτιμότερος.

Το κόστος είναι ο ψυχικός πόνος γι' αυτούς τους ανθρώπους που αισθάνονται ότι ένα μεγάλο μέρος των συνανθρώπων τους δεν τους καταλαβαίνει ή δεν θέλει να τους καταλάβει, και η ψυχή και η ζωή τους βρίσκονται στο έλεος κάθε φανατικού ή άσχετου.

To όφελος είναι η έστω και δύσκολη, συγκρουσιακή, ενημέρωση της κοινής γνώμης και η ενασχόληση με το πρόβλημα, ώστε, παρά τον πόνο αυτού του 1% σήμερα,  όλο και λιγότεροι θα αντιμετωπίζουν το πρόβλημα και την έλλειψη κατανόησης στο μέλλον.

Το όφελος είναι και κάτι ακόμη: η δημοκρατική ωρίμανση. Κατά βάθος η Δημοκρατία έχει τα ίδια προβλήματα ενηλικίωσης με οποιονδήποτε γεννιέται διαφορετικός. Διότι η Δημοκρατία έχει γεννηθεί διαφορετική. Δεν είναι ο κανόνας,  είναι η εξαίρεση στην παγκόσμια ιστορία.

Και περνά κι αυτή τα ίδια στάδια που περνά οποιοσδήποτε έφηβος, ανακάλυψη του εαυτού, των συνεπειών των πράξεών του και της ευθύνης γι' αυτές, της ελευθερίας, της αμφιβολίας, της ρήξης, καμιά φορά και της αυτοκτονίας, αλλά στις περισσότερες της αποδοχής, της ωριμότητας.

Η Δημοκρατία είναι εντέλει μια διαρκής, δύσκολη αλλά συναρπαστική ενηλικίωση.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος