Sunday, December 17, 2017

Δώσε κλώτσο να μιλήσει... ο φαγανός βασιλιάς


Share/Bookmark
Κάποτε ένας άχρηστος και τζαναμπέτης πρίγκηπας κόντεψε να διαλύσει το βασίλειο που του άφησε ο Θείος του που δεν είχε παιδιά. Τι αυλικούς, τι δώρα μοίραζε στους υπηκόους, τι μεγαλοψυχία με τους λωποδύτες, τι αρχοντιά με τους βανδάλους που μπούκαραν στις πόλεις κι έκαιγαν και πλιατσικολογούσαν,  με όλους καλός και γλεντζές μέγας κι αγαπησιάρης! Κακό λόγο δεν είχε για κανέναν. Κι όταν δυσαρεστούσε κάποιον και του θύμωνε, άνοιγε το θησαυροφυλακιο και τούδινε το κατιτίς ή τον έβαζε στο παλάτι μόνιμο αυλικό ή παλιάτσο.  Κι όταν στερέψαν τα ρεάλια του βασιλείου ούτε φόρους έβαλε, μήτε τις γαλαντομίες έκοψε, τόσο καλόψυχος ήταν με τους υπηκόους του.  Δανείστηκε από άλλα βασίλεια, από εμπόρους και πραματευτάδες, όποιον βρήκε κι όποιον ήξερε. Μέχρι που κι αυτοί πάψανε να τον δανείζουν, γιατί φοβόντουσαν ότι θα χάσουν τα λεφτά τους, τον βλέπανε και κρύβονταν...Και τότε από τη στενοχώρια του παραιτήθηκε απο βασιλιάς κι έμεινε άλαλος! 'Εχασε τη μιλιά του ο δυστυχής! Κι απόμεινε να τρώει κοψίδια σιωπηλός και λυπημένος.

Πέρασε ένας χρόνος, πέρασε κι άλλος. Ήρθαν άλλοι πρίγκηπες, βάλανε φόρους να ξεχρεώσουν, γιατί οι άλλοι βασιλιάδες και οι έμποροι και οι πραματευτάδες αγρίεψαν κι  απειλούσαν ότι θα κόψουν τις προμήθειες του βασιλείου και θάπεφτε λιμός μεγάλος και θα τους έσφαζε το πόπολο όλους κι εκείνον πρώτο.  Και θα κατάσχανε και  κανένα κομμάτι απ' το βασίλειο  και θα γινόντανε και πόλεμος και συμφορά.

Ήρθανε τότες άλλοι πρίγκηπες,  που το παλέψανε κάπως ατσούμπαλα, κάπως τα βρήκαν με τα χρεωστούμενα,  ήρθαν κι άλλοι πιο λαμόγια, που μοιάζαν με τον αμίλητο βασιλιά αλλά πιο μπασκλασαρία, κι όλοι τα ίδια πετύχαν τελικά, να βάλουν φόρους κι άλλους φόρους, μόνο που οι τελευταίοι το παρακάνανε λιγάκι με τους φόρους και τους αυλικούς.

Και ο άχρηστος ο βασιλιάς σιωπηλός κι αμίλητος, όλο τον καιρό, να τρώει και να πλαντάζει με ένα μικρό εισόδημα που του 'μεινε από τα ταμεία του βασιλείου, χρόνο το χρόνο, κοψίδι το κοψίδι.  Μη και τον πάρουν πρέφα και τον θυμηθούν, και του το κόψουν το κεφάλι.

Μέχρι που κάποια μέρα, οχτώ χρόνια μετά, ένα άλλο πριγκηπόπουλο, καλό και άξιο παλληκάρι, είπε να ζητήσει τον θρόνο για να σιάξει το βασίλειο, να διώξει τα λαμόγια που στρογγυλοκάθησαν και ρήμαξαν τον κοσμάκη στους φόρους και στα χαράτσια και δεν τον αφήναν να δουλέψει. Και κάλεσε σοφούς, κάλεσε αρχοντόπουλα κι ιππότες, κάλεσε πολεμιστές, κάλεσε και πολεμάρχους, και κάλεσε κι όλους τους πρίγκηπες τους παλιούς και τους βασιλιάδες.

Τ' άκουσε ο χαραμοφάης βασιλιάς στο μακρινό το κάστρο, απ' τους τελάληδες, ότι προσφέρει χάρη κι αμνηστία ο νέος πρίγκηπας σ' όποιον τον βοηθήσει να διώξει τους ληστές και τα λαμόγια. Πετάχτηκε τότε ο άρχοντάς μας πρώτος πρώτος,  αμόλησε το κότσι που ξεκοκάλιζε με την παρέα, πάντα σιωπηλός κι αμίλητος, και, θαύμα μεγάλο!, λάλησε: "Εγώ! Εγώ άρχοντά μου! Πρώτος στον αγώνα, πρώτος στο παλάτι, που μ' αγαπάει ο λαός γιατί όλα του τα 'δωσα, όλα!"

Και θάμασε ο κόσμος όλος!  και θάμπωσαν οι υπηκόοι με το θάμα το μεγάλο που βρήκε τη μιλιά του!  και συχωρέθηκαν τα κρίματα, κι αστράψανε τα ασημένια τα μαχαιροπήρουνα...

Και ζήσαν αυτοί καλά κι αυτός καλύτερα!


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος


No comments:

Post a Comment