Thursday, March 1, 2018

Ρικάρντο versus Τραμπ


Share/Bookmark
Πάμε πάλι από την αρχή. Ο David Ricardo (1772-1823) απέδειξε πριν από δυο αιώνες τη σημασία του ελεύθερου εμπορίου απέναντι στις αρχές του κυρίαρχου τότε μερκαντιλισμού. Η απόδειξη της αρχής του συγκριτικού πλεονεκτήματος έγινε με το περίφημο παράδειγμα του εμπορίου κρασιού και υφασμάτων, ανάμεσα στην Αγγλία και την Πορτογαλία,  όπου και οι δυο οικονομίες ωφελούνται από την εξειδίκευση στο προϊόν στο οποίο έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα η κάθε μία την εποχή εκείνη και την ανταλλαγή τους, αντί να προσπαθούν να παράγουν και τα δυο προϊόντα μόνες τους. Διότι εν συνόλω παράγεται περισσότερο κρασί και περισσότερο ύφασμα όταν εξειδικεύονται εκεί που έχουν πλεονέκτημα, το οποίο πλεόνασμα μοιράζονται με την ανταλλαγή. Είναι η θεωρία αυτή από εκείνες που άντεξαν στα χρόνια και διδάσκεται ακόμη ως βασική αρχή της Πολιτικής Οικονομίας. Ακόμη και στα σχολεία. Στα οποία, όπως φαίνεται, ο Πρόεδρος Τραμπ δεν σύχναζε ιδιαίτερα.

David Ricardo  
Φτάσαμε έτσι μετά από δυο αιώνες προσπαθειών, όλων των κυβερνήσεων των ΗΠΑ, εμπνευσμένων από την αρχή του μεγαλύτερου δυνατού ελεύθερου εμπορίου, με τα λιγότερα δυνατά εμπόδια, πάνω στην οποία  στήριξαν τον πλούτο τους και την τεχνολογική κυριαρχία τους, να επιστρέφουμε σε αρχές προστατευτισμού του 19ου αιώνα. Ο οποίος πρόσκαιρα θα προστατεύσει ένα τμήμα των βιομηχανιών των ΗΠΑ που είναι λιγότερο ανταγωνιστικό στη διεθνή αγορά. Αλλά θα πλήξει άμεσα ένα άλλο που είναι ανταγωνιστικό, όπως είναι φυσικό.

Η επιβολή δασμών 15% στο αλουμίνιο και 25% στον χάλυβα θα ανακουφίσει την αμερικανική βιομηχανία αλουμινίου και χάλυβα, που έχει απωλέσει ανταγωνιστικότητα. Διότι αυτές οι πρώτες ύλες παράγονται και επεξεργάζονται οικονομικότερα στην Κίνα, στην Ιαπωνία, στη Νότια Κορέα, στη Γαλλία, την Ιταλία, τον Καναδά, τη Γερμανία και εν πάση περιπτώσει όχι στις ΗΠΑ. Που, παρόλα αυτά, διατηρούν μια μεγάλη βιομηχανία χάλυβα και αλουμινίου.

Τι συνέπειες έχει όμως αυτό; Ότι προφανώς στις ΗΠΑ η τιμή του αλουμινίου θα αυξηθεί έως και κατά 15% και του σιδήρου έως και 25%, καθώς οι εντόπιες βιομηχανίες θα σπεύσουν να επωφεληθούν από το περιθώριο προστασίας, μη αισθανόμενες πλέον την πίεση των ανταγωνιστών για βελτίωση της παραγωγικότητάς τους. Θα αυξήσουν την παραγωγή, λίγους περισσότερους εργαζόμενους, ενδεχόμενα υψηλότερους μισθούς, σίγουρα υψηλότερα κέρδη. Αλλά ... (όλα έχουν ένα κόστος) και υψηλότερες τιμές.

Όλα τα αμερικανικά προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούν τις πρώτες ύλες (αλουμίνιο και σίδηρο) θα γίνουν ακριβότερα κατά το ποσοστό που η τιμή τους επιβαρύνεται από αυτά, και επομένως λιγότερο ανταγωνιστικά διεθνώς, ενώ ο Αμερικανός καταναλωτής θα χάσει ένα μέρος της αγοραστικής του δύναμης. Οι επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές σε τεράστιους κλάδους της οικονομίας: κατασκευαστικός / οικοδομές, έργα, σιδηρόδρομοι, ναυτιλία, ναυπηγική, κινητήρες, οικιακές συσκευές, μηχανολογικός εξοπλισμός, αυτοκίνητα... σχεδόν τα πάντα. Η προστασία 100.000 θέσεων εργασίας στη βιομηχανία χάλυβα (που ήταν και οι μόνοι παρόντες στην ανακοίνωση του Τραμπ) σε σύγκριση με το 1.000.000 εργαζομένων μόνον της αυτοκινητοβιομηχανίας είναι ένα αστείο.

 Όλοι αυτοί οι κλάδοι θα απολέσουν ανταγωνιστικότητα. Για μεν τους Αμερικανούς καταναλωτές τα προϊόντα τους θα γίνουν ακριβότερα, εφόσον διατηρήσουν τα εργοστάσιά τους στην Αμερική, όπου οι πρώτες τους ύλες θα γίνουν ακριβότερες, όπως και για τους διεθνείς πελάτες τους. Οι απώλειες σταδιακά θα γίνουν αισθητές σε τζίρο, σε κέρδη, σε δουλειές.

Με τη σειρά τους, αργά ή γρήγορα,  θα απαιτήσουν προστασία, προκειμένου να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό των Ευρωπαϊκών αυτοκινήτων, που έχουν πρόσβαση σε φθηνότερο χάλυβα και αλουμίνιο. 'Η θα μετοικίσουν ή θα απαιτήσουν και άλλες φορολογικές μειώσεις για να μείνουν, άλλες μορφές έμμεσου προστατευτισμού. Με τι θα πληρώνουν τότε τον στρατό και τη διπλωματία τους οι ΗΠΑ;

Από την άλλη, οι εμπορικοί εταίροι των ΗΠΑ προφανώς δεν θα μείνουν με σταυρωμένα χέρια. Από την πλευρά τους θα ανταπαντήσουν με δασμούς στα αμερικάνικα γεωργικά προϊόντα, για παράδειγμα (η Ε.Ε. πιθανότατα), ή σε άλλους τομείς ο Καναδάς, η Αυστραλία, η Κίνα, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία. Ανάμεσα σε αυτούς δεν βρίσκονται μόνο αντίπαλοι των ΗΠΑ, αλλά και βασικοί τους σύμμαχοι, οι οποίοι αφενός πλήττονται οικονομικά, αφετέρου απομακρύνονται πολιτικά.  Ενώ άλλοι κλάδοι της οικονομίας των ΗΠΑ θα πληγούν άμεσα.

Οι αγορές το αντιλήφθηκαν αμέσως: ο Dow έπεσε, παρότι οι βιομηχανίες χάλυβα και αλουμινίου ανέβηκαν. Και οι αμερικανικές ελίτ επίσης το αντιλήφθηκαν και πάγωσαν, ειδικά μετά το προηγούμενο των δασμών σε ηλεκτρικές συσκευές από το Μεξικό και τον Καναδά και στα ηλιακά πάνελς από την Κίνα και το Μεξικό (ειδικά στα δεύτερα οι δασμοί επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής ενέργειας στο σύνολο της οικονομίας). Το γραφείο του ρεπουμπλικάνου Προέδρου της Αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων εξέδωσε ανακοίνωση που καλεί τον Πρόεδρο να το ξανασκεφτεί.

Και ο φαύλος κύκλος του προστατευτισμού (περισσότερος προστατευτισμός-μικρότερη ανταγωνιστικότητα - περισσότερος προστατευτισμός...) δεν θα έχει τέλος, εάν μπει η αμερικάνικη οικονομία και κοινωνία σε αυτόν.

Από τους πέντε κλασικούς οικονομολόγους, ο  Μάρξ διαψεύστηκε στα περισσότερα, ο Malthus επίσης. Ο Adam Smith και ο James Mill σε λίγα. Η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος του Ρικάρντο, όμως, στέκει βασικός πυλώνας της κατανόησης της οικονομίας. Δεν έχει διαψευστεί ούτε μια φορά σε διακόσια χρόνια, ενώ έχει επιβεβαιωθεί αμέτρητες. Δεν θα είναι ετούτη η πρώτη.

Όπως από το ελεύθερο εμπόριο κερδίζουν όλοι (και από τον ελεύθερο ανταγωνισμό σε μια ισορροπημένα ρυθμισμένη αγορά, είτε Εθνική είτε Διεθνή), από τον εμπορικό πόλεμο και τις προστατευτικές πολιτικές χάνουν όλοι, λέει ο μεγάλος οικονομολόγος.

Όμως, αν διαβαστεί σωστά η θεωρία του, υπάρχει ένα πολύ ανησυχητικό σημείο για τις ΗΠΑ (και κατ' επέκταση για τον Ελεύθερο Κόσμο, του οποίου η Αμερική ηγείται): 

Από τον προστατευτισμό περισσότερα χάνει ο ισχυρότερος, ο πιο ανεπτυγμένος, αυτός που παράγει τα προϊόντα μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας, γιατί πολύ απλά ΕΧΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΑ ΧΑΣΕΙ, έχει πολύ δρομο προς τα πίσω για να επιστρέψει, έχει μεγαλύτερη συγκριτική ισχύ να απολέσει. Και θα την απολέσει αναπόφευκτα σιγά-σιγά κι ανεπαίσθητα, ενόσω οι πολίτες και οι επιχειρήσεις του θα απομονώνονται κάθε φορά περισσότερο. Προκειμένου να αισθάνονται ισχυρότεροι πίσω από (χάρτινα) τείχη, θα αναζητούν νέες ενέσεις προστατευτισμού  (σε όλες τις αγορές, προϊόντων, υπηρεσιών, πρώτων υλών, εργασίας) και θα χάνουν όλο και περισσότερο τη συνείδηση της ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗΣ ισχύος τους. Θα αναζητούν εύκολες (και αναπόφευκτα αναποτελεσματικές) λύσεις απέναντι στην πρόκληση της αλλαγής. Θα ψάχνουν μια δόση ακόμη, μια ένεση ακόμη, για να βγάλουν τη μέρα. Κι έναν ακόμη ντίλερ να την πουλήσει.

Συνήθως στο τέλος του δρόμου αυτού ο ισχυρότερος και μεγαλύτερος μικραίνει συγκριτικά, ενώ οι άλλοι μεγαλώνουν ταχύτερα. Κι αν κάπου ενδιάμεσα δεν συναντήσει μια απότομη πολεμική καταστροφή, ανακαλύπτει στο τέλος του δρόμου ότι έχει συναντήσει την παρακμή του.

Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος 


No comments:

Post a Comment