Thursday, August 6, 2015

Η έριδα ως τραύμα και η ίαση του συλλογικού οράματος


Share/Bookmark

Σκηνή πρώτη: Ο Τήλεφος έχοντας φτάσει κρυφά στην Αυλίδα, τραυματισμένος από το δόρυ του Αχιλλέα σε μάχη στη Μυσία, στη διάρκεια μιας πρώτης αποτυχημένης προσπάθειας να φτάσουν οι Αχαιοί στην Τροία, ζητά βοήθεια από την Κλυταιμνήστρα. Κατά τον Ευριπίδη εκείνη πείθει εκβιαστικά τον Αχιλλέα να γιατρέψει την πληγή του Τήλεφου (ο τρώσας και ιάσεται), αλλά ο Αρχίλοχος είναι πολύ λακωνικός για όλα αυτά. Υπό ποιες συνθήκες προξενήθηκε το τραύμα, πώς γιατρεύτηκε και τι ακολούθησε, τόσο στην Τροία όσο και μετά, είναι στοιχεία που ακολουθούν διαφορετικές πλοκές σε διάφορες πηγές.

Σκηνή δεύτερη: Ο Φιλοκτήτης στη Λήμνο, παρατημένος από τους Αχαιούς εξαιτίας του πληγωμένου του ποδιού, δέχεται την επίσκεψη του Νεοπτόλεμου και του Οδυσσέα.  Από τον Όμηρο μαθαίνουμε μόνο τα βασικά. Ο Σοφοκλής μάς δείχνει έναν αμοραλιστή Οδυσσέα, άλλον άνθρωπο από κείνον που παρουσίασε στον «Αίαντα». Πολλές οι διαφορετικές εκδοχές του μύθου για το πώς απέκτησε ο Φιλοκτήτης το τραύμα του, πώς πήγε τελικά στην Τροία και από ποιόν γιατρεύτηκε.

Σκηνή τρίτη: Ο κένταυρος Χείρων πεθαίνει στο Πήλιο τρυπημένος κατά λάθος από βέλος του Ηρακλή δηλητηριασμένο με αίμα της Ύδρας. Ο Χείρων, παρότι ο κατ’ εξοχήν γιατρός και δάσκαλος τόσων ηρώων, δεν κατορθώνει να γιατρέψει τον εαυτό του. Ας σημειωθεί ότι ήταν εκείνος που χάρισε στον Αχιλλέα το δόρυ, με το οποίο ο Πηλίδης πρώτα τραυμάτισε και μετά γιάτρεψε τον Τήλεφο.

Σκηνή τέταρτη: Ένας άλλος κένταυρος, ο Νέσσος, πεθαίνει επίσης από βέλος του Ηρακλή. Και το δηλητηριασμένο του αίμα θα γίνει μες στην εκδικητική  του μοχθηρία ο θάνατος του ίδιου του Ηρακλή. Η ουροβόρος πλοκή των «Τραχινίων».

Το τραύμα είναι το μόνο σταθερό σημείο αναφοράς. Τα αίτια, οι συνέπειες, και συνακόλουθα οι ερμηνείες, διαφέρουν. Είναι εντυπωσιακό πόσο νωρίς οι Έλληνες αντιλήφθηκαν τις δυνατότητες του λόγου στη διαχείριση της έριδας και του παρελθόντος. Οι διάλογοι των ομηρικών ηρώων πριν ξεκινήσουν τις μονομαχίες τους μπροστά στα τείχη της Τροίας δεν είναι απλά ένα δραματουργικό εύρημα. Το τραύμα και η ίασή του (αλλά ακόμα και το ανίατο θανάσιμο τραύμα) βρίσκονται στον πυρήνα της δημιουργίας κάθε συλλογικής οντότητας και οι ερμηνείες τους διαφέρουν γιατί διαφέρουν οι ταυτότητες. Οι ρόλοι των συμμετεχόντων στο δράμα του τραύματος προσδιορίζουν αυτές τις ταυτότητες.

Ο  πρώτος, ο Τήλεφος, έχει εναντιωθεί στις ρίζες του, αλλά χρειάζεται τη βοήθεια ενός ημίθεου που δε θα ερχόταν ποτέ –παρά τους εκβιασμούς της Κλυταιμνήστρας- αν δεν είχε να του δώσει ως αντάλλαγμα τη δική του βοήθεια, δείχνοντάς του τον δρόμο για την Τροία.

Ο άλλος, ο Φιλοκτήτης, βρίσκεται προδομένος από τους συντρόφους του όταν τους έχει ανάγκη. Και θα χρειαστεί η παρέμβαση ενός ημίθεου για να πειστεί να τους βοηθήσει όταν έρθει η ώρα που τον έχουν πια ανάγκη εκείνοι. Και στις δυο περιπτώσεις έριδες, των οποίων οι ρίζες συσκοτίζονται στα βάθη της ανθρώπινης επιθυμίας. Επιθυμία για πλούτο, για εξουσία, για προβολή. Ανθρώπινη επιθυμία του εγώ να ξεχωρίσει από το εμείς. Αστείρευτη πηγή έριδας η επιθυμία, αλλά και ίασης, έμπνευσης, και δημιουργίας.

Ο τρίτος βρίσκεται ανίκανος να εφαρμόσει στον εαυτό του τις ιατρικές γνώσεις που γενναιόδωρα μοιράζεται με τόσους άλλους. Ο τελευταίος, ο Νέσσος, είναι πολύ σύγχρονος, δεν τον αντέχω. Σε όλες τις εκδοχές οι ήρωες είναι το θύμα ενός ατυχήματος σχεδόν οντολογικού: το παράδοξο της ύπαρξης και η απειλή του τέλους.

Το έπος γράφεται με όρους συλλογικότητας. Της ευρύτερης δυνατής. Γι’ αυτό η κορυφαία στιγμή του έπους από πλευράς ταυτότητας δεν είναι η «Ιλίου πέρσις», αλλά η Αυλίδα και ο «νεών κατάλογος». Πώς ξεκίνησαν, ποιοι συμμετείχαν, μετρημένοι και ονοματισμένοι ένας-ένας, ο ορισμός του «εμείς». Άσχετα από τις έριδες των αρχηγών, τη μήνη του Αχιλλέα και την τελική έκβαση, ακόμα άσχετα και από την ύπαρξη της ίδιας της Ελένης και την ορθότητα της εκστρατείας, το «εμείς» είναι όσοι ακολούθησαν στον «κοινό στόχο». Γι’ αυτό και δεν είχε τόση σημασία εκείνο το «πλην Λακεδαιμονίων», αφού είχαν ήδη υπάρξει οι Θερμοπύλες. Για τον ίδιο λόγο που η 25η Μαρτίου του 1821 θα είναι πάντοτε πιο καίρια για το «εμείς» από οποιαδήποτε νικηφόρα μάχη. Ένα «εμείς» σφυρηλατημένο ωστόσο την 20η Οκτωβρίου του 1827. Έτσι όπως η 28η Οκτωβρίου 1940 συνενώνει ό,τι θα ήταν αδύνατο να χωρέσει η 12η Οκτωβρίου του 1944, αλλά πεισματικά λησμονώντας εκείνες τις πρώτες μέρες του Μαΐου του 1945.

Διαλέγοντας τι θυμόμαστε διαλέγουμε ποιοι είμαστε. Και μόνο όταν ο κοινός στόχος παραμένει αρκετά ευκρινής για όλους τους μετέχοντες μιας ταυτότητας μπορούν επιτέλους χωρίς φόβο να θυμηθούν όσα αποσιωπούνται και πληγώνουν, ή να τα θυμηθούν τουλάχιστον και με τις άλλες όψεις τους.

Ποιο «εμείς» τιμούμε με τις επετείους μας; Ποιος είναι ο κοινός στόχος μας στ’ αλήθεια; Σε ποιο συλλογικό φαντασιακό εναποθέτουμε το μέλλον μας; Το άμεσο, όχι το απώτατο. Η αλληλοδιήθηση των ταυτοτήτων μας, της ελληνικής, της βαλκάνιας, της αρχαίας, της ανατολίτικης, της χριστιανικής, της προοδευτικής, της επαναστατικής, της ευρωπαϊκής, της κοσμοπολίτικης, της οικολογικής και άλλων ακόμα, δυσχεραίνει σίγουρα την επιλογή. Σκιάζει όμως και το γεγονός ότι πολύ λίγο μας ενδιαφέρουν πια όλες αυτές οι ταυτότητες. Σ’ έναν κόσμο σε έκρηξη η συνεργασία και ο συνασπισμός για έναν κοινό στόχο φαντάζουν ρομαντική φενάκη. Το «εμείς» συστέλλεται στις μικρότερες διαστάσεις του: της κάστας, της συντεχνίας, της φατρίας, του μικρού τόπου, των μικρών ζωών, των μικρών ανθρώπων. Συστέλλεται και ο δήμος, και το γένος και η οικογένεια. Δεν ετοιμάζουν νέα μέλη μιας συναινετικής συλλογικότητας, πολίτες μιας πολιτείας ανοιχτής, πατριώτες μιας ενιαίας πατρίδας, ανθρώπους της ανθρωπότητας. Όχι, φτιάχνουν μόνο μικρά «εγώ» έτοιμα να ενδώσουν στην έριδα με την πρώτη διαφωνία, με την ελάχιστη αφορμή, με το μηδαμινό και πρόσκαιρο συμφέρον, με το πιο ποταπό ελατήριο. Απομονωμένα «εγώ» έτοιμα να εμπλακούν στις μυριάδες εκδοχές του έπους και του δράματος. Όμως ανίκανα να δράσουν και να φανταστούν ένα μέλλον που δεν θα τα εμπεριέχει, παρά μόνο ως αφήγημα.  Όλα αυτά δηλώνουν φόβο, τεράστιο φόβο, υπαρξιακό.

Το τίμημα του δυσαναπλήρωτου κενού παιδείας οπωσδήποτε, αλλά και το λίγο του κόσμου μας. Η δόξα του εφήμερου, η εκδίκηση ως κινητήριος μοχλός της ιστορίας, το άτομο ως υποκατάστατο του είδους. Με τον τρόπο που διατυπώνουμε σήμερα το «εμείς» περιορίζουμε τις δυνατότητές μας. Με τον τρόπο που (απο)τιμούμε το παρελθόν μας στενεύουμε συνεχώς τις εκδοχές του μέλλοντός μας. Και γεμίζουμε τον τόπο τραύματα που θα μας ακολουθούν ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχει πλέον ποιητής να τα ιστορήσει, κι όταν ακόμα κανείς δε θα μπορεί να πει ποιος τα προξένησε σε ποιον. Τραύματα πολλά και κανείς ημίθεος να λογαριάσει πέρα από τον εαυτό του.


Κάποιοι νέοι ελπίζω θα βρεθούν να ξανακλέψουν την ιαματική κι ενωτική φωτιά από τον Όλυμπο, να τη μοιράσουνε και πάλι στους ανθρώπους. Να ξαναφανταστούμε την Ελένη απ’ την αρχή, παλεύοντας με το δηλητήριο και τις κακοφορμισμένες μας πληγές. Αυτές που ζέχνουν από μακριά κι έκαναν τους συντρόφους μας να μάς παρατήσουν. Τις άλλες που προξενήσαμε μονάχοι στον εαυτό μας. Κι εκείνες τις ανείπωτες που επιμελώς θεραπεύουμε ο καθένας μακριά απ’ το δημόσιο βλέμμα.


No comments:

Post a Comment