Monday, September 16, 2013

Ένας περίπατος στο Μεταξουργείο


Share/Bookmark
Το γλυκό φως του αττικού κυριακάτικου απογεύματος φώτιζε τα βήματά μας, καθώς τριγυρνούσαμε στα παλιά σπίτια του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα στο Μεταξουργείο, όπου σύγχρονοι καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο δοκιμάζουν να νικήσουν τον χρόνο ή τον εαυτό τους, πράγμα εντέλει το ίδιο, στο remapathens4.
Το μάτι έπεφτε στις λεπτομέρειες, στον κόπο και στο μεράκι, στα γείσα και στις σκάλες, στα ιδιόμορφα στοιχεία του ελληνικού μοντερνισμού, τις λεπτομέρειες του artnouveau και του νεοκλασικισμού, τα παράθυρα και τα υπέρθυρα, στις μαρμάρινες σκάλες που στριφογύριζαν ανεβαίνοντας σε αχανείς οροφές, στα δωμάτια με τις συνεχόμενες διατάξεις, τα παμπάλαια στούκο που κρατούν ακόμη την αχλύ του μαρμάρου που υποκρίνoνται, στις μυστικές αυλές που μεταφέρουν σε μιαν άλλη εποχή, έναν άλλο τόπο.

Το βλέμμα μας βυθιζόταν απολαυστικά  στις τρύπες και τα συμπληρώματα στις διαδοχικές τοιχοδομές, στα λιγοστά αντικείμενα, στις μνημειακές θύρες και στα ταπεινά περάσματα των αστικών οικιών, στα μισοσβησμένα χρώματα, στις αθηναϊκές αριστουργηματικές σιδηροκατασκευές, τις χειρολαβές, τα στηρίγματα, τα κάγκελα των μπαλκονιών, τα φωτιστικά από πλεγμένο μέταλλο. Κι ακόμη, στα χαμόσπιτα με τις αυλές τους, οπτικές μιας Αθήνας που δεν μας δόθηκε να γνωρίσουμε. Της πόλης που βρωμισμένη κι όμως διάφανη και αληθινή εμφανίζεται και εξαφανίζεται διαρκώς πίσω από πόρτες, ζωγραφικές οφθαλμαπάτες, αριστουργήματα και γειτονιές πληγωμένες από εγκαταλειμένους μπετονένιους σκελετούς, ξένοι σαν να έπεσαν εκεί από τον πλανήτη του σούπερμαν, καθώς οι γειτονιές αυτές ταξίδευαν ως την εποχή μας, μικρές κιβωτοί που περιέχουν τον εαυτό τους.

Κάπως έτσι, ένα κομματάκι από την ιστορία μας, ένα μέρος από την ψυχή μας, διασώθηκε (όση διασώθηκε) από τη λαίλαπα της αντιπαροχής και τα κύματα της εσωτερικής μετανάστευσης που γέννησε ο σεισμός του εμφυλίου και μια αδύναμη και ατιμασμένη αστική τάξη. Διασώθηκε χάρη στις πόρνες που δούλευαν (και δουλεύουν ακόμη) στα μνημεία αυτά και στους λαϊκούς ανθρώπους, στους νέους, στους μετανάστες, εσωτερικούς κι εξωτερικούς, που καταδέχτηκαν να τα κατοικήσουν για κοντά εκατό χρόνια. Τα κατοίκησαν και τα κράτησαν ορθά, τα φύλαξαν από το νερό, τον άνεμο και τους ανθρώπους, τα έκρυψαν από το βλέμμα του εργολάβου στις διαταξικές γειτονιές των σωμάτων, φυγάδες της προελαύνουσας θάλασσας των πολυκατοικιών στα χρόνια της κακόγουστης μικροαστικής ανοικοδόμησης, της πρώτης και, ακόμη χειρότερα, της δεύτερης. 

Τους χρωστούμε μια τιμή, στους λαϊκούς αυτούς ανθρώπους και στις πόρνες, ένα άγαλμα σε μια κεντρική πλατεία της πόλης, όχι τόσο για τους ίδιους, δεν τόχουν ανάγκη, αλλά για μας. Για να θυμόμαστε και να καταλαβαίνουμε. 

Μια κρυμμένη πόλη στο κέντρο της πόλης μας. Μια ακόμη από τις αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο, που κάποιος άλλος Μάρκο Πόλο ίσως κάποτε αφηγηθεί σε έναν άλλον Κουμπλάι Χαν που θα αναζητήσει τον φιλέλληνα βενετσιάνο να του την ιστορήσει.
Η πόλη αυτή, οι αθηναϊκές καρυδιές, τα γεράνια, τα κρυμμένα κέδρα στις αυλές φωτίζονταν αυτό το κυριακάτικο απόγευμα από το παράδοξο μητρικό φως της Αττικής γης. Νέοι άνθρωποι με έναν χάρτη στο χέρι τριγύριζαν ανάμεσα σε παλιά καφενεδάκια και πεζοδρόμους, αναζητώντας τα σημεία της έκθεσης. Ένας νεαρός Αιγύπτιος, με μια γλυκιά ζεστασιά στο βλέμμα και μαλλί ράστα, έπαιρνε παραγγελία με χάρη από δυο παλιές γιαγιάδες Μεταξουργιώτισσες, με το μόρτικο ύφος και κάτι από τη δωρική κατατομή και τη φωνή της Σαπφώς Νοταρά, που βγήκαν για μεσημεριάτικο τσιμπολόγημα και μπύρες σε έναν από τους αόρατους, σχεδόν μεταφυσικούς πεζοδρόμους της περιοχής, σε ένα μικρό καφέ που αγαπώ ιδιαίτερα. 

Σκέφτηκα πως υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μπορούν να φτιάξουν με ταλέντο, τέχνη και μεράκι, πράγματα αντικειμενικά όμορφα. Ριζωμένοι στις δικές τους μνήμες, αποδέχονται τις μνήμες των άλλων και μετασχηματίζουν τα υλικά του κόσμου αυτού με το χάρισμά τους σε ομορφιά την οποία πωλούν συνήθως φθηνά ή τη δωρίζουν στους υπόλοιπους. 

Υπάρχουν λιγότεροι που μπορούν να στεγνώσουν την ψυχή τους και να την εγκιβωτίσουν σε έργα, σε δημιουργήματα, σε έναν τρόπο ζωής που περιέχει μιαν αλήθεια, να δοκιμάσουν τον εαυτό τους αλλιώς, να αμφισβητήσουν και να μετατραπούν οι ίδιοι, μεταναστεύοντας διαρκώς εντός τους. Αυτοί που παραμένουν αενάως έφηβοι.
Και υπάρχουν πολύ λιγότεροι, και γι’ αυτό εξαιρετικά πολύτιμοι, που μπορούν να κάνουν και τα δύο. 

Στα καταστροφικά γυρίσματα της ιστορίας η εύθραυστη ανθοφορία τους, οι καρποί της ελεύθερης σκέψης και της δημιουργίας των ανθρώπων αυτών σε έναν τόπο που δεν έχει ενσωματώσει το αισθητικό εργαλείο αναγνώρισης της αξίας που διαθέτουν οι κοινωνίες με μεγάλη αστική παράδοση, εξαρτάται από το βλέμμα των άλλων, από την κατανόηση του πόσο αναγκαίοι, σημαντικοί, αναντικατάστατοι είναι για την επιβίωση της χώρας  που τους περιέχει.

Κρέμεται από την προστασία του εύθραυστου οικοσυστήματος όπου ενδημούν, από το χέρι του εργολάβου και το μάτι του καιροσκόπου, από την ανημπόρια των πολιτικάντηδων και την κερδοσκοπική ανασφάλεια του πλήθους. 

Στις προηγμένες κοινωνίες όλοι γνωρίζουν κατά βάθος πόσο αναγκαίοι είναι για τη διάσωση της ουσίας, της συλλογικής ψυχής όλων. 

Στη δική μας, λίγοι αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικό είναι το οικοσύστημα αυτό για την ανάδειξη της αλήθειας μας, που είναι και το βασικό συγκριτικό μας πλεονέκτημα, αυτό που πολλοί με τρόπο στρεβλό και ψευδεπίγραφο μαγαρίζουν. 

Για την επιβίωση αυτού που συνηθίσαμε, όχι χωρίς ματαιόδοξη και αβαθή αρχαιολατρική αυταρέσκεια, να αποκαλούμε ελληνικότητα.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος




εικόνα: η Σαπφώ Νοταρά μάς κοιτά απορημένη





No comments:

Post a Comment