Monday, September 15, 2014

Κουτοπονηριά ή νεύρωση; ιδού η απορία


Share/Bookmark
Συζητώντας αρκετά με καλοπροαίρετους φίλους που εκτιμώ, ειλικρινά απορώ με μερικούς, ιδιαίτερα ορισμένους σχετικά ευκατάστατους, τακτοποιημένους θάλεγα, όταν τους ακούω να είναι διαρκώς θυμωμένοι με τους Αμερικάνους, τους Ευρωπαίους, τη Δύση συλλήβδην για την «εκμετάλλευση» των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (αυτού που κάποτε λεγόταν Τρίτος Κόσμος) της Αφρικής, της Μέσης ανατολής, της Ασίας κλπ.

Αλήθεια είναι ότι ο μέσος ή ακόμη και ο «φτωχός» Ευρωπαίος (και ο Έλληνας, φυσικά, ίσως και περισσότερο αυτός) καταναλώνει τροφή (σε ποσότητα και κυρίως ποιότητα), νερό, ενέργεια, πρώτες ύλες, καταναλωτικά αγαθά (χρήσιμα και άχρηστα), υπηρεσίες κάθε είδους, υγείας, διασκέδασης, παιδείας, και παράγει διοξείδιο του άνθρακα και απόβλητα αρκετά παραπάνω, ως και δεκάδες φορές περισσότερο, από κάποιον αντίστοιχο κάτοικο «υπανάπτυκτης» χώρας.

Είναι αλήθεια ακόμη πως οι Ευρωπαίοι διαπράξαμε φοβερά εγκλήματα στο παρελθόν, κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας. Είναι γεγονός πως στρατηγικά αγαθά, όπως τα μπαχαρικά, το καουτσούκ, ο μεξικάνικος κάκτος από όπου προέρχεται το σκοινί, το πετρέλαιο αργότερα και εκατοντάδες άλλα, η ίδια η εργατική δύναμη σε εποχή σπάνης πριν τη βιομηχανική επανάσταση, οδήγησαν σε ιμπεριαλιστικές πράξεις και στήριξαν αποτρόπαιες πρακτικές και ιδεολογίες, όπως η έννοια του σκλάβου. Μας ώθησαν για αιώνες σε κατακτήσεις, επεμβάσεις, εισβολές, βασανιστήρια, εξόντωση πληθυσμών και πολιτισμών, σε φριχτές τυχοδιωκτικές πρακτικές. Είναι επίσης αλήθεια ότι επάνω και σε αυτές τις πρακτικές τα έθνη της Δύσης, που δεν δίσταζαν να δοκιμάσουν οτιδήποτε, στήριξαν σε σημαντικό βαθμό την υπεροχή τους τα τελευταία πεντακόσια περίπου χρόνια.

Όπως όμως αλήθεια είναι ότι αυτό πάντα γινόταν στην Ιστορία. Έτσι γυρνούσαν οι τροχοί της. Πως ο ισχυρότερος κατέφευγε πάντα και σε βίαιες πρακτικές του ισχυρού για να παραμείνει ισχυρός.

Αλήθεια είναι επίσης ότι στη Δύση οι πρακτικές αυτές συνδυάστηκαν και στήριξαν με τον πλούτο που παρήγαγαν, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, μια διαρκή ενδοσκόπηση, μια αναμέτρηση με τον ορθό λόγο, ακόμη την εσωτερική αμφισβήτηση αυτών των ίδιων πρακτικών. Αυτά τα χαρακτηριστικά έθρεψαν κινήματα, κοινωνικές συγκρούσεις, ιδεολογικές ανατροπές. Δημιουργήθηκε μια ευμάρεια που επέτρεψε στις αρχαίες ιδέες, της ελευθερίας του πολίτη, των ανθρώπινων δικαιωμάτων, της ισονομίας, να γίνουν κινήματα υπέρ της ελευθερίας σε κάθε μορφή της, της ανεξιθρησκίας, του σεβασμού του γενετήσιου προσανατολισμού, των ίσων δικαιωμάτων των δυο φύλων. Με δυο λόγια οδήγησαν στις αρχές του ανθρωπισμού. Όπως ακόμη αλήθεια είναι ότι η Δύση γέννησε και στηρίζει τις αρχές της καθολικής πρόσβασης στην παιδεία, την κοινωνική πρόνοια για όλους και άλλα πολλά.

Ακόμη, αλήθεια είναι πως σήμερα τα πράγματα έχουν εξελιχθεί με διάφορους τρόπους, ότι η ιστορία γυρίζει πάλι απρόβλεπτα. Φυσικά υπάρχουν ακόμη ανορθόδοξες και άδικες πρακτικές επιβολής του δικαίου του ισχυρότερου (μόνο που κινούνται σε πιο περιορισμένο πλαίσιο από ό,τι στο παρελθόν). Και για τη Δύση, είναι όλο και περισσότερο πράξεις αμυντικού χαρακτήρα, απέναντι σε πρακτικές αυταρχικών καθεστώτων που αυξάνουν και επεκτείνονται.

Αλήθεια είναι όμως ότι παρόλα αυτά υπάρχει ανακολουθία σε σημαντικό βαθμό (μικρότερο από ό,τι στο παρελθόν πάντως) με την επιλεκτικότητα της Δύσης στην εφαρμογή των κανόνων της οικονομικής ελευθερίας που πρεσβεύει. Αντιλαμβάνεται και τοποθετεί τα όρια των αρχών της μέχρι εκεί που ο άλλος αρχίζει να γίνεται απειλή ή απλώς ως το σημείο που τα συμφέροντά της ίδιας δεν θίγονται θεμελιωδώς.

Αυτό γίνεται φανερό ιδιαίτερα όταν έρχεται η κουβέντα σε προϊόντα ανταγωνιστικότερης τιμής από φτωχότερες χώρες, που μπορεί να απειλήσουν τα παρόμοια δικά μας. Τότε επινοούμε χίλιες δύο ηθικολογικές βλακείες και τις μετατρέπουμε σε κανονισμούς, για να δικαιολογήσουμε τη δική μας συμφεροντολογική λογική ασυνέπεια.

‘Όπως το επιχείρημα ότι "είναι φτηνά γιατί έχουν χαμηλότερους μισθούς ή δεν έχουν συστήματα πρόνοιας». Ε, φυσικά και έτσι είναι. Αλλά πώς θα ανέβουν αυτοί οι μισθοί και θα φτιαχτούν τα συστήματα πρόνοιας, αν δεν μπορούν πουλήσουν στις αγορές μας ό,τι παράγουν για να βγάλουν λεφτά; Οπότε βέβαια θα κατέβουν κάποιοι άλλοι μισθοί, ή κάποιες επιχειρήσεις θα κλείσουν στις δικές μας οικονομίες.

Αλήθεια είναι και πως αντιφάσκουμε, για λόγους αυτοπροστασίας των δικών μας συλλογικοτήτων, όταν αποδεχόμαστε ασμένως την ελεύθερη κίνηση του κεφαλαίου ανάμεσα στις φτωχότερες χώρες και τις δικές μας, αλλά και επιλεκτικά διαπραγματευόμαστε την ελεύθερη διακίνηση για προϊόντα όπου έχουμε πράγματι πλεονέκτημα, ενώ για το εργατικό δυναμικό όχι.

Όπως αληθινό είναι και το αμοιβαίο όφελος που προκύπτει από το εμπόριο, την παιδεία, τα προγράμματα ανάπτυξης, τις δυτικές επενδύσεις, τη μεταφορά τεχνογνωσίας κλπ, που έχουν δώσει ώθηση στη ραγδαία ανάπτυξη αρκετών χωρών, οι οποίες κατόρθωσαν να μπουν στην περιπέτεια της σύγχρονης παραγωγικής διαδικασίας. Οι χώρες αυτές βελτίωσαν το βιοτικό επίπεδο τεράστιων τμημάτων του πληθυσμού τους, εισερχόμενες σε μια σταδιακά ανοδική πορεία.

Όμως θα βάλω στην άκρη τις αποχρώσεις, και τη συζήτηση της περίπλοκης και πολύμορφης σημερινής κατάστασης της σχέσης ανεπτυγμένου και λιγότερο ανεπτυγμένου κόσμου, γιατί ξεφεύγει κατά πολύ από τα όρια του κειμένου αυτού. Η σχέση ανάμεσα στις χώρες της Δύσης και των λιγότερο ανεπτυγμένων κοινωνιών είναι αντικείμενο εκτεταμένων επιστημονικών και οικονομικών αναλύσεων και αντίστοιχων μελετών και τεκμηρίωσης, με πολλά και ενδιαφέροντα, και σίγουρα όχι μονόχρωμα και απόλυτα συμπεράσματα.

Θα αποδεχτώ την προκείμενη των φίλων μου ως αληθή: «Για τη φτώχεια και ό,τι κακό συμβαίνει στις φτωχότερες και λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες είναι αποκλειστικά υπεύθυνη η Δύση με τις παλιές και παρούσες οικονομικές, στρατιωτικές, διπλωματικές πρακτικές της, καθώς ζει και παράγει τον πλούτο που διαθέτει για υπερκατανάλωση, από τη στυγνή εκμετάλλευση των χωρών αυτών».

Εκείνο που με κάνει να απορώ με τους φίλους μου (και τους λιγότερο ευκατάστατους, αλλά ακόμη περισσότερο τους πιο εύπορους ή γόνους εύπορων οικογενειών) είναι το πόσο δύσκολο τους είναι να κάνουν το επόμενο και αναπόφευκτο λογικό βήμα προς το δια ταύτα της θέσης τους αυτής και να το συνδέσουν με τη δική τους προσωπική κατάσταση.

Εάν είναι πράγματι έτσι, εάν ο πλούτος των κοινωνιών και οικονομιών στις οποίες περιλαμβανόμαστε και από τις οποίες ζει και η δική μας εξαρτάται και προέρχεται κυρίως από τη στυγνή εκμετάλλευση των φτωχών χωρών, τότε η διακοπή της θα σήμαινε την ξαφνική και ακραία μείωση του πλούτου όλων μας.

Με δεδομένο ότι και οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ζουν από επιχειρήσεις, ενοίκια ακινήτων, τουρισμό, πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, επιχορηγήσεις, μισθούς που άμεσα ή έμμεσα προέρχονται από ανθρώπους που, με τη σειρά τους, ζουν από δραστηριότητες που εκμεταλλεύονται τις χώρες αυτές, αφού εκεί είναι η σημαντικότερη πηγή της ευμάρειάς μας κατά την παραδοχή τους, το ερώτημα που με βασανίζει είναι: Γιατί αρνούνται τη λογική συνέπεια της πρότασής τους;

‘Ότι εάν ξαφνικά σταματούσε η «εκμετάλλευση» όπως οι ίδιοι την ορίζουν, και το δικό τους επίπεδο ζωής (που εξαρτάται από τα επιτεύγματα και τον πλούτο των Δυτικών) θα έπρεπε να μειωθεί δραματικά; Ότι και η θέση των λιγότερο εύπορων, και ίσως περισσότερο αυτών, ως πιο αδύνατων και πιο κοντά στην ανέχεια, θα χειροτέρευε δραματικά;

Ότι εάν πράγματι θέλουν να σταματήσουν οι ανισορροπίες θα έπρεπε να στηρίξουν ενεργά, και με τους δικούς τους φόρους, τη μεταφορά τεχνογνωσίας και πόρων στις υπανάπτυκτες κοινωνίες;

Κι αν κάποιοι λίγοι το συνειδητοποιούν, ως λογική συνέπεια, είναι έτοιμοι να το αποδεχθούν και να το στηρίξουν στη ζωή τους με τις επιλογές τους; Να δώσουν το παράδειγμα;

Αυτό το ερώτημα μου τριβελίζει το μυαλό για έναν παραπάνω λόγο. Διότι διαισθάνομαι πως συνδέεται με την εθνική μας παθογένεια: αυτή η λογική ασυνέπεια είναι πολύ εντονότερη και μεγαλύτερης κλίμακας στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές κοινωνίες. Στις οποίες οι άνθρωποι με παρόμοια ακραία και μονομερή άποψη είναι λιγότεροι, αλλά κυρίως είναι σε μεγαλύτερο ποσοστό έτοιμοι να αποδεχθούν για τη δική τους καθημερινότητα τις συνέπειες της θέσης τους. Να προτείνουν και να επιβάλουν στο εαυτό τους ένα πολύ πιο λιτό μοντέλο ζωής.

‘Η, ακόμη, έστω να κάνουν μικρές προσωπικές θυσίες, σύμφωνες με την άποψή τους. ‘Όπως να αρνηθούν οι ίδιοι σειρά προϊόντων που προέρχονται από σχέσεις «εκμετάλλευσης», για παράδειγμα φθηνά προϊόντα από τις χώρες αυτές, πληρώνοντας το υψηλότερο τίμημα των Ευρωπαϊκών που περιλαμβάνει και την πρόνοια και τα επιδόματα ανεργίας και τους καλύτερους μισθούς και την προστασία του περιβάλλοντος για τις επόμενες γενιές.

Στη χώρα μας, όμως, το ιδεολόγημα έχει τη μορφή μιας εσωτερικής αντίφασης, ενός γενικευμένου συμφεροντολογικού ψευτοχριστιανισμού, αυτού της πονηρής φανφάρας (και όχι φυσικά της ομώνυμης θρησκείας της αγάπης). Εμφανίζεται ως μια, sui generis, ενσωματωμένη στην ψυχή, κουτοπονηριά, τόσο βαθιά θαμμένη, που έχει μεταμορφωθεί σε ανακουφιστική αφέλεια. Κυριαρχεί ως ένα είδος φυγόπονου ιδεολογήματος που βοηθάει όλους, και πιστούς και απίστους, και πλούσιους και φτωχότερους, να αποφύγουν να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα της οποίας είναι οι ίδιοι μέρος και τους ορίζει. Να κοιτάξουν κατάματα τις αλήθειες και αντιφάσεις της δικής τους άποψης, δηλαδή αυτές της ατομικής τους θέσης και στάσης.

Νοιαζόμαστε για τον άλλο με τα λόγια τα μεγάλα, όσο μεγαλύτερα τόσο καλύτερα, αλλά μέχρι εκεί που δεν μας θίγει η έγνοια τούτη, έστω και λιγάκι, όσο δεν μας ξεβολεύει κατιτίς. Εσωτερικεύουμε μάλιστα τόσο πολύ την αντίφαση των ανακουφιστικών αυτών πεποιθήσεων, ως αυταπόδεικτη και καθολική (παρότι πασιφανώς μισερή) μέχρι που καταλήγουμε να αδυνατούμε πλήρως να διανοηθούμε καν τη λογική και ηθική ασυνέπεια της άποψής μας. Φτάνουμε να θεωρούμε πως εκστομίζοντας παρόμοιες απόψεις αποκτούμε και το ηθικό πλεονέκτημα, καθώς έτσι πιστεύουμε πως νοιαζόμαστε περισσότερο για τους αδυνάτους, τους καταπιεσμένους, τους «καημένους» τους φτωχούς. Κάπως με έναν «αέρα βορείων προαστίων» βέβαια, όπου και να μένουμε.

Όλο και παραπάνω τείνω να πιστεύω ότι τούτη η ατολμία, η ανικανότητα να ολοκληρώσουμε μια λογική σκέψη γιατί κάτι μας κόβει, κάτι μας μποδίζει, κάτι μας φοβίζει, αυτή η πνευματική αναπηρία, είναι μια μορφή ασθένειας, ένα είδος συλλογικής υποκριτικής ψύχωσης, που μισοφωτίζει από μια διαφορετική γωνία το σύνολο της εθελότυφλης εθνικής μας παθογένειας.


Γιώργος Γιαννούλης- Γιαννουλόπουλος




No comments:

Post a Comment